ἁρπεδόνη

ἁρπεδόνη
Grammatical information: f.
Meaning: `cord, yarn', used to ensnare game, etc. (Hdt.)
Other forms: also -εδών f. (AP)
Derivatives: ἁρπεδονίζειν λωποδυτεῖν. καὶ διὰ σπάρτου θηρᾶν H. -
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown. Cf. the names of instruments in -δών, -δόνη (Schwyzer 529f., 490, Chantr. Form. 361f., 207). Connection with ἁρπάζω is improbable for a word for `cord'. Grošelj (s. ἀρπεδής) connects Lith. ver̃pti `to spin', but then -αρ- must be analogical after -ερ-.
Page in Frisk: 1,150

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἁρπεδόνη — cord fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπεδόνῃ — ἁρπεδόνη cord fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρπεδόνη — και να, η (Α ἁρπεδών, όνος και δόνη) νήμα αρχ. 1. σχοινί για παγίδευση ζώων 2. η χορδή του τόξου. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Η σύνθεση του τ. αρπεδόνη με το αρχ. ινδ. αrpάyαti «τοποθετώ, στερεώνω» δεν είναι ικανοποιητική από σημασιολογικής απόψεως …   Dictionary of Greek

  • ἁρπεδόναι — ἁρπεδόνη cord fem nom/voc pl ἁρπεδόνᾱͅ , ἁρπεδόνη cord fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπεδόναις — ἁρπεδόνη cord fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπεδόνην — ἁρπεδόνη cord fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπεδόνης — ἁρπεδόνη cord fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπεδόνα — ἁρπεδόνᾱ , ἁρπεδόνη cord fem nom/voc/acc dual ἁρπεδόνᾱ , ἁρπεδόνη cord fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπεδόνας — ἁρπεδόνᾱς , ἁρπεδόνη cord fem acc pl ἁρπεδόνᾱς , ἁρπεδόνη cord fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρόνοι — Α (κατά τον Ησύχ.) «στύππιοι, στήμων, ἁρπεδόνη, ἄτρακτος». [ΕΤΥΜΟΛ. < τρόνα, τα, με αλλαγή γένους, κατά τα αρσ.] …   Dictionary of Greek

  • τρώα — Α (κατά τον Ησύχ.) «ἁρπεδόνη» …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.